Νίκος Παναγιωτόπουλος στο Documento: Τα ήρεμα νερά έχουν ημερομηνία λήξης - Νίκος Παναγιωτόπουλος

Νίκος Παναγιωτόπουλος στο Documento: Τα ήρεμα νερά έχουν ημερομηνία λήξης

Ο πρώην υπουργός και βουλευτής Καβάλας με τη ΝΔ Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλάει για τα ελληνοτουρκικά και παίρνει αποστάσεις από τις ανησυχίες Σαμαρά – Καραμανλή.

 

 

Σαφή ένδειξη εγκατάλειψης της προσπάθειας διµερούς συνεννόησης θεωρεί ο πρώην Υπουργός Νίκος Παναγιωτόπουλος το φηµολογούµενο νοµοσχέδιο Ερντογάν, το οποίο φαίνεται να περιλαµβάνει τις αναθεωρητικές επιδιώξεις της «γαλάζιας πατρίδας», κρίνοντας ότι «τα “ήρεµα νερά” είχαν και έχουν ηµεροµηνία λήξης». Ο πρώην υπουργός Εθνικής Αµυνας και Μετανάστευσης και Ασύλου παίρνει αποστάσεις από τις ανησυχίες και την κριτική που εκφράζουν Καραµανλής – Σαµαράς για τη στρατηγική που ακολουθείται στα ελληνοτουρκικά, ενώ επισηµαίνει µε νόηµα ότι υπάρχουν «πολλά περιθώρια βελτίωσης» σε σχέση µε την επίλυση προβληµάτων που άπτονται της καθηµερινότητας των πολιτών στη βόρεια Ελλάδα.

Πολλοί περιέγραψαν ως λανθασµένη απόφαση την απόσυρση των οπλικών συστηµάτων από Κάρπαθο και ∆ιδυµότειχο, ενώ ο Αγγελος Συρίγος υποστήριξε ότι τα συστήµατα αποσύρθηκαν ύστερα από αίτηµα της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Είναι έτσι; Επί δικής σας θητείας είχατε δεχτεί αντίστοιχη σύσταση από τη συµµαχία;

Οι συστοιχίες Patriot τοποθετήθηκαν σε Κάρπαθο και ∆ιδυµότειχο προκειµένου να αναπτυχθεί στη συγκεκριµένη περιοχή αντιπυραυλική αµυντική ασπίδα, δεδοµένου του υψηλού κινδύνου πυραυλικού πλήγµατος από το Ιράν εκείνο το χρονικό διάστηµα. Η απόφαση να αναπτυχθούν εκεί και τότε ήταν επιχειρησιακού χαρακτήρα, όπως επιχειρησιακού χαρακτήρα ήταν και η απόφαση να αποσυρθούν όταν ο κίνδυνος εξέλειψε. Η Ελλάδα όµως έδειξε τις δυνατότητές της να λειτουργεί ως πάροχος ασφάλειας στην περιοχή κι αυτό από µόνο του είναι θετικό. Είναι σηµαντικό οι σύµµαχοι να γνωρίζουν ότι η Ελλάδα µπορεί όντως να ανταποκρίνεται. Αλλωστε η στρατιωτική παρουσία στην Κάρπαθο διατηρείται και µε την παρουσία των δύο αεροσκαφών Mirage στο νησί, η δε συνολική αµυντική διάταξη κατά µήκος των ανατολικών συνόρων είναι ισχυρή και δεδοµένη. Συνεπώς, οποιαδήποτε κριτική ότι η Ελλάδα υποχωρεί, όταν στην πραγµατικότητα η Ελλάδα βγαίνει µπροστά, είναι αδόκιµη κατά την εκτίµησή µου.

Ρίχνουν τίτλους τέλους στην πολιτική των «ήρεµων νερών» οι µιντιακές διαρροές στη γειτονική χώρα για το αναθεωρητικό νοµοσχέδιο Ερντογάν περί «γαλάζιας πατρίδας»; Κι αν τελικά ο Τούρκος πρόεδρος προχωρήσει στη συγκεκριµένη νοµοθέτηση, πώς πρέπει να αντιδράσουµε;

Τα «ήρεµα νερά» δεν είναι παρά µια συµφωνηµένη από τις δύο χώρες φάση αποκλιµάκωσης προηγούµενων εντάσεων και προσπάθειας συνεννόησης σε κάποια θέµατα της πολιτικής ατζέντας. Βίωσα αυτή την κατάσταση ως υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής το 2024, όταν η αποδοτική συνεννόηση µε τον Τούρκο οµόλογο επέφερε συνεργασία µεταξύ των αρχών και σταδιακή µείωση των ροών από την περιοχή ∆ωδεκανήσων. Σήµερα οι ροές από εκεί έχουν στην ουσία εκµηδενιστεί. Ακόµα και τότε όµως η συνολική στάση της γείτονος όσον αφορά ζητήµατα στρατηγικής τοποθέτησης δεν είχε αλλάξει, ούτε βέβαια η γενική αναθεωρητική οπτική. Εποµένως τα «ήρεµα νερά» είχαν και έχουν ηµεροµηνία λήξης, εφόσον κάποιο από τα δύο µέρη κρίνει έτσι. Εν προκειµένω, η Τουρκία φαίνεται να εγκαταλείπει την προσπάθεια, καθώς οι διαρροές για το νοµοθέτηµα που θεσµοθετεί τις διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας στο εσωτερικό της δίκαιο είναι αφενός µείζον µονοµερές ατόπηµα, αφετέρου ξεκάθαρο δείγµα αλλαγής πορείας. Ας περιµένουµε να δούµε τι θα προκύψει τελικά. Οπως και να ’χει, εµείς οφείλουµε να επικοινωνούµε εντατικά µε τους συµµάχους µας και να αναδεικνύουµε τα εθνικά µας επιχειρήµατα στα διεθνή φόρα µε συνέπεια και σαφήνεια. Και βέβαια, να συνεχίζουµε τη µεγάλη προσπάθεια επαύξησης της αποτρεπτικής ισχύος διά της διαρκούς ενίσχυσης των Ενόπλων ∆υνάµεων. Αυτό είναι βασικό ζητούµενο είτε πλέουµε σε ήρεµα είτε σε ταραγµένα νερά.

Μήπως έχουν δίκιο Σαµαράς και Καραµανλής που επιµένουν ότι η συγκεκριµένη προσέγγιση στα ελληνοτουρκικά επιφέρει αντίστροφα αποτελέσµατα ή είναι «επαγγελµατίες ανησυχούντες»;

Εάν η προσπάθεια να ενισχυθούν έτι περαιτέρω οι Ενοπλες ∆υνάµεις εγκαταλειπόταν από την κυβέρνηση λόγω των «ήρεµων νερών», οι ανησυχίες κάθε Ελληνα πατριώτη θα ήταν εύλογες και βάσιµες. Κάτι τέτοιο όµως δεν έχει γίνει. Τουναντίον, όλα τα εξοπλιστικά προγράµµατα εξελίσσονται κανονικά, αναµένω µε ενδιαφέρον την υλοποίηση άλλων νέων που έχουν σχεδιαστεί –λ.χ. Ασπίδα Αχιλλέα– και θυµίζω την επιτυχηµένη διαχείριση στο ζήτηµα της ένταξης της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό πρόγραµµα SAFE, υπό αυστηρότατες πλέον προϋποθέσεις. Ολα αυτά δεν παραπέµπουν σε υποχωρητικότητα ή ενδοτισµό, αλλά σε εθνικά υπεύθυνη στάση που αποδεικνύεται µε µετρήσιµο έργο και διέπεται από εθνική αυτοπεποίθηση. Συνεπώς, µε όλο τον σεβασµό στους δύο πρώην πρωθυπουργούς: ∆ικαιούνται ασφαλώς να εκφράζουν ανησυχίες, οφείλουν όµως και να παραδεχτούν ότι η αποτρεπτική ισχύς της χώρας έχει µεγαλώσει επί κυβερνήσεων Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτό το γνωρίζουν και οι γείτονες. Αν λ.χ. τα νησιά µας είχαν κενά στις αµυντικές τους δυνατότητες, δεν θα διαµαρτύρονταν τόσο έντονα περί του αντιθέτου.

Τι φταίει και τα ποσοστά της Ν∆ δεν βρίσκονται στο επιθυµητό επίπεδο στη βόρεια Ελλάδα; Οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί έχουν αντιληφθεί το πρόβληµα;

Κάθε κυβέρνηση κρίνεται και αξιολογείται από το εκλογικό σώµα µε βάση τις επιδόσεις της, τόσο σε επίπεδο µεγάλης εικόνας (γεωπολιτική επιρροή, σταθερότητα, συνολική απόδοση οικονοµίας) όσο και στο επίπεδο της διαχείρισης προβληµάτων που αφορούν την καθηµερινότητα του πολίτη. Η κυβέρνηση τα έχει πάει καλά στην πρώτη κατηγορία, έχει όµως πολλά περιθώρια βελτίωσης στη δεύτερη. Η βόρεια Ελλάδα ανέκαθεν αισθανόταν απόσταση από τα κέντρα εξουσίας και ο µόνος τρόπος να ανατραπεί αυτή η εντύπωση είναι η παραγωγή έργου σε τοπικό επίπεδο. Οι πολίτες της δυτικής και ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης δεν θα διαµορφώσουν θετική άποψη από τους εντυπωσιακούς οµολογουµένως ρυθµούς υλοποίησης του flyover στη Θεσσαλονίκη, αλλά από την υλοποίηση των πολλών έργων υποδοµών µε τοπικές αναφορές και κεντρικό σχεδιασµό. Οι τοπικοί βουλευτές πιέζουν γιατί έτσι χτίζεται το αφήγηµα της αποτελεσµατικής και ωφέλιµης διακυβέρνησης. Στον βαθµό που θα υπάρξει ανταπόκριση από την κεντρική διακυβέρνηση, είτε στελεχώνεται από κοινοβουλευτικούς είτε από εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς, θα κριθεί και η συνολική κυβερνητική επίδοση.

(ΠΗΓΗ: Documento)

Back to top